



"Θέλω να γίνω αυτό που με κάνει να ζω"
O Jan Fabre (1958) γεννημένος στην Αμβέρσα του Βελγίου ξεκίνησε την καριέρα του ως σκηνοθέτης και σκηνογράφος το 1980.
Παράλληλα είναι θεατρικός συγγραφέας σκηνοθέτης, εικαστικός,χορογράφος, σκηνογράφος, σχεδιαστής και δημιουργός όπερας.Έχει παρουσιάσει γλυπτά φτιαγμένα από ορείχαλκο και θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας homo universalis της εποχής μας.
Το “είμαι αίμα “ γράφτηκε από τον συγγραφέα το 2001 κατά παραγγελία, για το φεστιβάλ της Αβινιόν και παρουσιάστηκε στο Παλάτι των Παπών σε δική του σκηνοθεσία.Ο ίδιος το χαρακτηρίζει ως “ένα μεσαιωνικό παραμύθι”.
Η ομάδα ΑΣΙΠΚΑ το παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μπίτου.
Το αίμα συνδέεται άμεσα με το σώμα όπως με τις πληγές, την εμμηνόρροια,την μετάγγιση και την αιματοχυσία. Σε κάθε δελτίο φρίκης σε κάθε εξωτερική ανταπόκριση από εμπόλεμες περιοχές, το αίμα είναι ο κοινός παρανομαστής της ζωής ή του θανάτου.
Τα ανθρώπινα ένστικτα συνεχίζουν να διψούν για αίμα και οι πόλεμοι φαίνεται να είναι ασταμάτητοι.Που είναι λοιπόν η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους από την εποχή της πυράς στην Ευρώπη όπου οι άνθρωποι καιγόντουσαν αν και μόνο το επέλεγε η ιερά εξέταση, ως σήμερα;
Δύο παραδοχές είναι βέβαιες για τον συγγραφέα: Η μία είναι ότι σίγουρα θα πεθάνουμε και η άλλη ότι θα υπερβαίνουμε τα όρια; Αναρωτιέται ο ίδιος o συγγραφέας.
Τρείς ηθοποιοί ενσαρκώνουν τη παράσταση εκ των οποίων ο ένας ( Γιώργος Τσούρμας ) βρίσκεται έξω από τον κλειστό χώρο του θεάτρου και καλησπερίζει (μέρος του συγγραφικού κείμενου) τους εισερχόμενους θεατές.
Οι δύο ηθοποιοί ( Ειρήνη Δράκου και Αλεξάνδρα Καζάζου) ερμηνεύουν απίστευτα σπαραχτικά, εν μέρει στα λατινικά ,με τη φωνή και την κίνηση του σώματος τους, τη σημασία του αίματος για τον άνθρωπο από τη γέννηση μέχρι το θάνατο του. Αρκετά λεπτά κρατούν το σώμα τους επίπονα άκαμπτα γερμένα προς το κοινό κατά τη διάρκεια της αφήγησης τους.
Το σκηνικό μαύρο λυτό με έναν έναν λευκό τοίχο φτιαγμένο από χαρτιά υγείας έρχεται σε αντίθεση με το θεματικό περιεχόμενο, χρώματος ερυθρού.
Το αποκορύφωμα του σκηνοθέτη βιώνεται με τρείς έντονους διαδοχικούς κόκκινους φωτισμούς προς το κοινό, ομοίων ενός φάρου,άμεσα συνδεδεμένους χρωματικά με το αίμα, δημιουργώντας την ανάγκη να κλείσεις τα μάτια ακριβώς όπως αντιδρά κάποιος που πονάει.
Ταυτότητα του έργου:
Mετάφραση : Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Σκηνοθεσία : Δημήτρης Μπίτος
Μουσική : Γιάννης Τάντσης
Σκηνικά : Clavie Deson
Φωτισμοί : Βασίλης Καψούρος
παίζουν : Είρήνη Δράκου, Αλεξάνδρα Καζάζου, Γιώργος Τσούρμας

Slip and TangaΠρόκειται για τη μαύρη κωμωδία της Στέβης Μπουζιάνη που εξελίσσεται στο μπαρ του Δημοσθένη(Στέλιος Δαλέζιος) ο οποίος μιλάει,ερωτοτροπεί και άλλα πολλά…με τις πλαστικές του κούκλες, από αυτές που βλέπουμε στις βιτρίνες.Η αγαπημένη του κούκλα όμως είναι η Μιράντα που φοράει ένα κατακόκκινο καπέλο.
Μονολογεί μαζί της ώρες ατελείωτες όπως θα μιλούσε στην ερωμένη του για το slip της.Η θεία του η Λουκία (Μίρνα Μηλιώνη) πρώην ιερόδουλη θέλει να τον παντρέψει με την ανιψιά μιας καλόγριας την Πηνέλοπα Κρούζα (Νίκος Αποστολίδης), η οποία έχει ξεφύγει από τον ίσιο “δρόμο.”
Σε όλο το σουρεαλιστικό αυτό έργο εμφανίζεται και το φάντασμα ενός ψυχαναλυτή (Θεοδόσης Κώνστας) ο οποίος δεν έχει καταφέρει να αποδεσμευτεί από την ύλη και τριγυρνάει ανάμεσα στους ανθρώπους χρησιμοποιώντας ακόμα ψυχιατρικούς κώδικες. Ξαφνικά εμφανίζεται η Λίτσα Μανίτσα (έξοχη η ερμηνεία της Εύας Δήμου) μια πόρνη με “πτυχία.”Ψάχνει το δολοφόνο μιας ιερόδουλης , της Λούλας, που όπως είδε με τα ίδια της τα μάτια μπήκε στο μπαρ του Δημοσθένη.Τον κατηγορεί εν ψυχρώ Killer με κίνδυνο την ίδια της την ζωή.Ο Δημοσθένης παίζει εύκολα με τα μαχαίρια και φοράει Tanga όπως φορούσε και ο δολοφόνος της Λούλας.
Η σπαραχτική απολογία του δολοφόνου συνοδεύεται με τύψεις για όλα αυτά που έχει διαπράξει μέχρι τώρα, ποιος όμως φταίει για όλα αυτά;
Ο συμβολικός θάνατος στο τέλος του έργου τονίζει το dead line όλων μας.
Το σημείο που όλοι θα φτάσουμε και ας το δούμε με χιούμορ γιατί έτσι και αλλιώς δεν μπορούμε να το αποφύγουμε.
Η σκοτεινή αιμάτινη ατμόσφαιρα του μπαρ ταιριάζει με την ψυχρή
φιγούρα του στυγνού και τρομαχτικού δολοφόνου.Τα μαχαίρια που
χρησιμοποιεί προκαλούν τρόμο στους θεατές και ταυτίζονται με το θύμα ειδικά όταν ο θύτης πλησιάζει το κοινό. Η ενδυμασία της πόρνης “Λίτσας Μανίτσα” (μαύρα δερμάτινα) όπως και όλων των ηθοποιών θυμίζει πράγματι εικόνες από οίκο ανοχής και υποκόσμου γενικότερα.
Τα χρώματα που επικρατούν είναι το μαύρο και το κόκκινο.Τα χρώματα του πάθους, του πόθου και του σκότους.
Η εκλεπτυσμένη κίνηση της Πηνέλοπα Κρούζα σε γυναικείες θηλυκές κινήσεις προκαλεί το γέλιο των θεατών.
Το φάντασμα του ψυχιάτρου θυμίζει ιταλική φιγούρα που αφηγείται στα ενδιάμεσα του έργου, ενώ η κλασική μεσαιωνική μουσική παρεμβάλλεται ανάμεσα στις πράξεις του έργου και “δένει” με τα αμίλητα πρόσωπα των ηθοποιών.
Η παράσταση θα παιχτεί για τελευταία φορά στις 22 Απριλίου στον Πολυχώρο του νέου κόσμου.
Ταυτότητα του έργου:
Kείμενο/σκηνοθεσία : Stevi k.Bouziani
Μουσική επιμέλεια : Tommie Bouzianis
Επικοινωνία : Έμυ Βάγια
Βοηθός σκηνοθέτη: Βίκη Μιχοπούλου
Φωτισμοί : Πάνος Κουκουρουβλής
Τεχνική κάλυψη ήχου - φωτών : Άντζι Βαλσαμή
Εικαστικά - σκηνική εμπιμέλεια : Twins art






" Της αρέσουν οι γέφυρες τόσο πολύ που στεναχωριέμαι κάθε φορά που βλέπω γεφύρι επειδή δεν το βλέπει εκείνη "